Τρίτη, 24 Ιουλίου 2007

Τσα! Η απειλή της παπαρούνας

Σήμερα νιώθω οτι δεν έχω έμπνευση, αισθάνομαι οτι ταλαιπωρούμαι απο αυτό που συμβαίνει. Απο αυτή την αφόρητη ζέστη, απο τις στεναχώριες και τις χαρές της ζωής, απο τον αγώνα και την επιτυχία κάποιων, απο την αποτυχία των άλλων. Αισθάνομαι οτι δεν μπορώ να γράψω. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν μπορώ να κρίνω. Πως δεν μπορώ να κρίνω τι είναι σωστό και τι όχι. Τι είναι γοητευτικό και τι όχι, τι είναι καλαίσθητο και τι όχι. Επειδή ακόμη μπορώ, παραθέτω το παρακάτω κείμενο απο την Ελένη Ράντου στο περιοδικό 10% τεύχος οκτωβρίου/νοεμβρίου 2005.


Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα υπέροχο λιβάδι με κάτασπρες μαργαρίτες που λιάζονταν όλο καμάρι, χάιδευαν η μια την άλλη όλο τρυφερότητα παραδομένες στο γλυκό αεράκι. Ζούσαν ευτυχισμένες και χαρούμενες, οι κάτασπρες μαργαρίτες, μέχρι που μια μέρα μέσα στο γαλήνιο κάτασπρο κόσμο τους εισέβαλε… η απειλή! Μια κατακόκκινη παπαρούνα είχε φυτρώσει δίπλα τους, έτσι ξεδιάντροπα - παρ’ ότι κατακόκκινη απ’ τη ντροπή της - κι όλη η κατάλευκη ισορροπία είχε διασαλευτεί! Ο φόβος είχε κάνει την εμφάνισή του στο ήρεμο λιβάδι!

Αυτό είναι ένα απόσπασμα από ένα παιδικό παραμύθι που διάβαζα στην κόρη μου όταν ήταν ακόμα 3 χρονών. Και μαζί της το χάρηκα κι εγώ που ανακάλυψα τον πιο απλό, τον πιο τρυφερό τρόπο να της μιλήσω για τη διαφορετικότητα.

Γιατί το διαφορετικό τρομάζει τόσο τους ανθρώπους; Γιατί τους εξαγριώνει; Γιατί σε πνευματικούς μεσαίωνες και σε συντηρητικές εποχές τους οδηγεί σε κυνήγι μαγισσών; Γιατί η βία είναι πάντα ο ανθρώπινος τρόπος άμυνας στο διαφορετικό; Τι ζωτική απειλή αποτελεί για ένα οργανωμένο σύστημα;

Και δεν χρειάζεται η διαφορά να ’ναι μεγάλη. Μόνο τα μυωπικά γυαλιά μου στο σχολείο φτάναν. «Γυαλάκια μυωπία!» ήταν το παρατσούκλι μου απ’ τα παιδιά της γειτονιάς μου. Τι απειλή μπορεί ν’ αποτελούν ένα ζευγάρι γυαλάκια;

Τριάντα χρόνια μετά η ίδια αντιμετώπιση στα μικροσκοπικά γυαλάκια της κόρης μου. Όχι πια σε εργατική συνοικία, αλλά σε σχολείο βορείων προαστίων. Έχεις χαλασμένα μάτια! Έχεις χαλασμένα μάτια!

Είναι εύκολο να κρυβόμαστε πίσω από μια ουρά με ομοίους. Κάτι σαν την τάξη του σχολείου. Και να μην ξέρουμε μάθημα, νομίζουμε ότι δεν θα μας ανακαλύψει κανείς. Είναι εύκολο να σαβουριαζόμαστε οπουδήποτε, γιατί όταν θα σπάσει το βάζο θα μπορούμε να πούμε: «Δεν το ’κανα εγώ. Δεν έχω ευθύνη».

Δύσκολο είναι να βρεις τη δύναμη να περάσεις απέναντι και στο μοναχικό σου ταξίδι να νιώθεις να σε δείχνουν όλα τα δάχτυλα με υποτίμηση ή απλώς με περιέργεια. Απλά, γιατί εσύ συμβαίνει να μην κάνεις ό,τι κάνουν οι άλλοι. Είναι δύσκολο και γι’ αυτόν που βρήκε τη δύναμη να διαφοροποιηθεί να μη γεμίσει κόμπλεξ κι απωθημένα που βάδισε τόσο μόνος του.

Είναι ακόμα πιο δύσκολο να μην προσπαθήσει να φτιάξει το δικό του γκέτο και να περιχαρακωθεί τελικά μέσα σ’ αυτό. Είναι δύσκολο να μην απαντήσει στην απόρριψη με απόρριψη. Στην πρόκληση με πρόκληση.

Αυτά λέω στην κόρη μου που τώρα είναι 9. Κι ελπίζω. Ελπίζω η δική της η κρίση να δώσει τις δικές της απαντήσεις σ’ όλες αυτές τις ερωτήσεις. Ελπίζω η στάση του καθενός μας να επιβεβαιώνει όλο και περισσότερο το κοινωνικό κι όλο λιγότερο το ζώον. Ελπίζω μέσα απ’ την καρδιά μου να διαφυλάξουμε τη διαφορετικότητα, γιατί από αυτή πηγάζει η ελπίδα για κάθε τι πολιτισμένο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: